κρητῆρ'


κρητῆρ'
κρητῆρα , κρατήρ
mixing vessel
masc acc sg (epic ionic)
κρητῆρι , κρατήρ
mixing vessel
masc dat sg (epic ionic)
κρητῆρε , κρατήρ
mixing vessel
masc nom/voc/acc dual (epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κρητήρ — κρητήρ, ῆρος, ὁ (Α) (ιων. και επικ. τ.) βλ. κρατήρας …   Dictionary of Greek

  • κρητήρ — κρατήρ mixing vessel masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Boustrophedon — Boustrophédon Une inscription en boustrophédon du Ve siècle av. J. C. ; trouvée à Gortyne, dans l île de Crète On qualifie de boustrophédon le tracé d un s …   Wikipédia en Français

  • Boustrophédon — Une inscription en boustrophédon du Ve siècle av. J.‑C. ; trouvée à Gortyne, dans l île de Crète On qualifie de boustrophédon le tracé d un système d écriture qui change alternativement de sens ligne après ligne, à la manière du bœ …   Wikipédia en Français

  • PHOLUS — unus ex Centauris, Ixionis ex Nube fil. qui Herculem ad Pirithoi nuptias euntem hospitiô excepit, eoque in tumultu, qui inter Lapithas et Centauros eiusdem in nuptiis exortus est, occubuit. Ovidius. Virg. Georg. l. 2. v. 455. Ille furentes… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κρατήρας — I (Αρχαιολ.). Αγγείο (κρατήρ) που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες από τους ομηρικούς χρόνους για να αναμειγνύουν το κρασί με νερό. Επρόκειτο κυρίως για δοχεία αρκετά μεγάλα με πλατύ στόμιο και λαβές. Παλαιότερα οι λαβές των κ. είχαν σχήμα ελίκων και… …   Dictionary of Greek

  • υποκρατήριον — και ιων. τ. ὑποκρητήριον, τὸ, Α ὑποκρατηρίδιον*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + κρατήρ/κρητήρ] …   Dictionary of Greek

  • υποκρατηρίδιον — και ιων. τ. ὑποκρητηρίδιον, τὸ, Α έδρα, βάση κρατήρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + κρατήρ/κρητήρ + κατάλ. ίδιον] …   Dictionary of Greek

  • χανδάνω — Α (επικ. τ.) 1. χωρώ, περιλαμβάνω («ἕξ δ ἄρα μέτρα χάνδανεν [ὁ κρητήρ]», Ομ. Ιλ.) 2. μτφ. α) (για πρόσ.) περιορίζω («Ἥρη δ οὐκ ἔχαδε στῆθος χόλον» η Ήρα δεν μπορούσε να περιορίσει την οργή της στο στήθος, Ομ. Ιλ.) β) είμαι ικανός («κεκραξόμεσθά γ …   Dictionary of Greek

  • χωρώ — χωρῶ, έω, ΝΜΑ, και ασυναίρ. τ. χωράω Ν [χώρα / χῶρος] 1. (αμτβ.) (λόγιος τ.) (κυριολ. και μτφ.) προχωρώ, προβαίνω, κινούμαι προς κάτι (α. «η τράπεζα δεν σκοπεύει να χωρήσει σε μείωση τών επιτοκίων» β. «πόρρω γὰρ κεχώρηκε τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»,… …   Dictionary of Greek


We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.